Επικοινωνήστε μαζί μας... Περιμένουμε τις σκέψεις σας, τα σχόλια και τις προτάσεις σας... ecclesiabaden@gmail.com

Τα νέα τηλέφωνα της ενορίας μας
π.Απόστολος: 07246-9249320, 015111813470



Τρίτη, 24 Ιουνίου 2008

Συναντήσεις Ορθοδόξου Πίστεως και ζωής - Karlsruhe


Το Σάββατο 14 Ιουνίου και ώρα 16:00 - 18:00 στην αίθουσα στο υπόγειο του ναού έλαβε χώρα η 5η συνάντηση (για το 2008) πάνω σε θέματα Ορθοδόξου πίστεως και ζωής με θέμα:

"Το Σύμβολο της Πίστεως".

Στην συνάντησή μας αυτή συζητήσαμε πάνω στα πρώτα 7 άρθρα του Συμβόλου ενώ τα υπόλοιπα θα συζητηθούν στην επόμενη συνάντηση το Σάββατο 5 Ιουλίου 16:00 - 18:00.


Το Σύμβολο της Πίστεως (μέρος πρώτο)

Το Σύμβολο της Πίστεως το γνωστό μας „Πιστεύω“ είναι το δογματικό σύμβολο της Αλήθειας για την Ορθόδοξη Εκκλησία, την απόδοση της σωστής σχέσης μεταξύ των προσώπων της Αγίας Τριάδας. Είναι ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της Εκκλησίας, που περιέχει περιληπτικά την ορθόδοξη πίστη στον Άγιο Τριαδικό Θεό, την Ενανθρώπιση του Θεού Λόγου και την Θεία Οικονομία. Ήδη από τους πρώτους Χριστιανικούς χρόνους, όταν βαπτίζονταν οι κατηχούμενοι, έλεγαν με λίγα δικά τους λόγια σε τι πιστεύουν και γιατί βαπτίζονται. Έτσι η αρχή του Συμβόλου της Πίστεως έγινε στους Αποστολικούς χρόνους. Αιτία όμως της συντάξεως του ήταν οι αιρετκοί. Έτσι στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας το 325 μ.Χ. επί Μεγ. Κωνσταντίνου οι Άγιοι Πατέρες σύνταξαν τα πρώτα επτά άρθρα του Συμβόλου για να αντικρούσουν τις θεωρίες του Αρείου και των οπαδών του, που αρνιόταν την θεότητα του Κυρίου. Τα υπόλοιπα πέντε άρθρα έγιναν κατά την δεύτερη Οικουμενική Σύνοδο, στην Κωνσταντινούπολη το 381 μ.Χ. επί Μεγ. Θεοδοσίου. Αφορμή είχε δώσει ένας άλλος αιρετικός, ο Μακεδόνιος, που αρνιόταν την θεότητα του Αγίου Πνεύματος.

Το Σύμβολο της Πίστεως έχει από τότε 12 άρθρα (7+5). Στα πρώτα 9 άρθρα κύριο ρήμα είναι το „πιστεύω“ στο 10 το ρήμα „ομολογώ“ στα άρθρα 11 και 12 το ρήμα „προσδοκώ“.

Το πρώτο άρθρο αναφέρεται στον Πατέρα, τα άρθρα 2 μέχρι 7 στον Υιό, το 8ο στο Άγιο Πνεύμα, το 9ο στην Εκκληασία, το 10ο στο Βάπτισμα, το 11ο στην Ανάσταση νεκρών και το 12ο στην Δευτέρα Παρουσία.


Πρώτο άρθρο

«Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων.»

Πιστεύω σε ένα Θεό που είναι Πατέρας και Παντοκράτορας, που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη, όλα όσα βλέπουμε κι όσα είναι αόρατα σε μας.

Γιατί χρεισιμοποιούμε την λέξη „πιστεύω“;

Το Σύμβολο περιέχει Αλήθειες που δεν είναι εμπειρικές, που ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί ούτε με το μυαλό του, αλλά ούτε με την έρευνά να βρει και να καταλάβει. Δεν είναι αλήθειες επιστημονικές, αλλά αλήθειες μυστηριακές και υπεραισθητές. Προέρχονται από τον Θεό και αποτελούν φανέρωση, αποκάλυψη του Θεού. Τις αλήθειες αυτές τις αποδέχεται φυσικά μόνον εκείνος, που πιστεύει, και μάλιστα στο μέτρο που φωτίζεται από την Χάρη του Θεού.

Ο πιστός πιστεύει στον Θεό, δεν τον γνωρίζει. Πιστεύει στις θείες αλήθειες, δεν τις κατανοεί. Ο απόστολος Παυλος στην επιστολή του προς Εβραίους (11,3) λέει: „Πίστει νοούμεν κατηρτίσθαι τούς αιώνας ρήματι Θεού, εις το μη εκ φαινομένων τα βλεπόμενα γεγονέναι.“ και στην προς Ρωμαίους (10,8) γράφει: „ ... εγγύς σου το ρήμα...“
δηλαδή: „από αυτήν την πίστη πληροφορούμεθα και ενοούμε καλά, ότι ο ορατός κόσμος, που έλαβε ύπαρξη κατά την διάρκεια των χρόνων, έγινε με τον παντοδύναμο Λόγο Του Θεού“

„ Κοντά σου είναι ο Λόγος εις το στόμα και την καρδίαν.. ( Το Ευαγγέλιον της Πίστεως).“

Πιστεύουμε σε ένα Θεό, γιατί η Χριστιανική θρησκεία είναι η μονοθεϊστική και αυτό μας το δήλωσε ο ίδιος ο Θεός στο όρος Σινά στην πρώτη εντολή „εγώ ειμί Κύριος ο Θεός...“ (έξοδος 20,2-3).

Είναι πανταχού η παρουσία του, όπως μας λέει και ο 138ος (8-10) ψαλμός, και η προσευχή „Βασιλεύ Ουράνιε“.

Ο Θεός είναι αιώνιος και αναλλοίωτος, δεν έχει χρονικά όρια. Δεν έχει παρελθόν, παρόν και μέλλον. Στην Αποκάλυψη διαβάζουμε (1,4): „ ... ο Ων και ο Ήν και ο ερχόμενος...“.

Είναι παντοδύναμος. Στην αγία Γραφη έχουμε αρκετές μαρτυρίες:

Λουκά 1,37: „ ότι ουκ αδυνατήσει παρά τω Θεώ παν ρήμα“ Διότι δεν είναι αδύνατο εις τον Θεόν κάθε θαυμαστόν και υπερφυσικόν“.

Γεν. 17,14: „μη αδυνατεί παρά Θεώ ρήμα;“

ψαλμ. 134,6: „πάντα όσα ηθέλησεν ο Κύριος, εποίησεν εν τω ουρανώ και εν τη γη“

Δευτ. 10,17: „ ... ο Θεός ο μέγας και ισχυρός και ο φοβερός...“

προς Εφεσ. 3,20: „ τω δε δυναμένω υπέρ πάντα ποιήσαι υπερεκπερισμού ων αιτούμεθα ή νοούμεν“.

Εις δε τον Θεόν, που είναι παντοδύναμος μπορεί με το παραπάνω να κάνει, αυτά που εμείς ζητάμε, ή βάζουμε με το νού μας...

Ο Θεός είναι Πατέρας Παντοκράτορας. Είναι προσωπικός μας Θεός, Πλάστης και Πατέρας. Ο Ιωάννης στην πρώτη του επιστολή 4,19 γράφει: „ Ημείς αγαπώμεν αυτόν, ότι πρώτος ηγάπησεν ημάς“

Προσευχόμαστε σε έναν Θεό, που μας ακούει, μας αγαπά, είναι έτοιμος να ικανοποιήσει τις καλές επιθυμίες μας και να ανταποκριθεί στις ανάγκες μας.

Ποιητήν ουρανού και γης: Η Δημιουργία του κόσμου δεν ήταν μετάπλαση της ύλης από την μία μορφή στην άλλη, αλλά είναι πλάση, δηλ. έγινε από το τίποτε (από των μη υπαρχόντων)

Β. Μακκ. 7,28: „ Αξιώ σε, τέκνον, αναβλέψαντα εις τον ουρανόν και την γην, και τα εν αυτοίς πάντα ιδόντα, γνώναι, ότι εξ ουκ όντων εποίησεν αυτά ο Θεός“

Ορατά και αόρατα

Αόρατος είναι ο πνευματικός κόσμος, που αποτελούν τα ασώματα τάγματα των αγγέλων που δημιουργήθηκαν πριν από τον υλικό κόσμο. Ορατός είναι ο υλικός κόσμος. Όλα τα αντικείμενα, τα σώματα, ο ζωϊκός και ο φυτικός κόσμος, η γη, τα άστρα και εν γένει όλα που έχουν μία αρχή και ένα τέλος, δηλαδή τα φυσικά κτίσματα του Θεού. Στα ορατά ανήκει εν μέρει και ο άνθρωπος. Εν μέρει γιατί έχει υλικό μεν σώμα αλλά άϋλη ψυχή.


Άρθρο δεύτερο:

„(Πιστεύω) Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν τον Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο.

(Πιστεύω) Και σε ένα Κύριο τον Ιησού Χριστό, τον μονάκριβο Υιό του Θεού, που γεννήθηκε από τον Πατέρα πριν από όλους τους αιώνες. Είναι φως που προήλθε από φως, είναι Θεός αληθινός από Θεό Αληθινό, που γεννήθηκε και δεν δημιουργήθηκε, είναι από την ίδια ουσία με τον Πατέρα, και μέσω αυτού έγιναν τα πάντα.

Πιστεύω κατά τον ίδιο τρόπο, με την ίδια δύναμη, με τους ίδιους όρους όπως στον Πατέρα έτσι και στον ένα Ιησού Χριστό.

Α΄ Κορινθίους 8,6: „... και εις Κύριος Ιησούς Χριστός...“

α΄ Τιμόθεον 2,5: „ εις γαρ Θεός, εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Χριστός Ιησούς“

Μία και ολοκληρωτική αλλά και μοναδική είναι η σωτήρια θυσία Του.

Όπως ο Πατέρας είναι Κύριος και Παντοκράτωρ, έτσι και ο Υιός είναι Κύριος και Παντοκράτωρ. Είναι Κύριος του Ουρανού και της γης „πάντα δι΄αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο εγέγονεν“ Ιωαν. 1,3

Είναι Κύριος των πνευμάτων αλλά και των ανθρώπων. Είναι Κύριος της ζωής αλλά και του θανάτου.

Το Όνομα του είναι Ιησούς δηλαδή σωτήρας, γιατί είναι Λυτρωτής και Σωτήρας της ανθρωπότητας. Χριστός ονομάζεται, γιατί είχε χρισθεί. Οι αρχιερείς χρίονταν με λάδι για να μπουν επίσημα στην διακονία του Θεού. Τέτοια χρίση πήρε και ο Κύριος, όχι όμως από αγιασμένο λάδι, αλλά από την δύναμη του Παναγίου Πνεύματος „Πνεύμα Κυρίου επ΄εμέ, ου είνικεν έχρισέν με, ...“ Λουκά 4,18

Ο Ιησούς Χριστός είναι ο ένας και μόνος Υιός του Πατρός „ως και εν τω ψαλμώ τω δευτέρω γέγραπται: Υιός μου ει συ, εγω γεγέννηκά σε“ Πράξεις 13,33. „τινί είπε ποτέ των αγγέλων: υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε; και πάλιν: εγώ έσομαι αυτώ εις πατέρα και αυτός έσται μοι εις υιόν“ προς Εβραίους 1,5.

Όλα τα έχει κοινά ο Κύριος με τον Πατέρα και το Πνεύμα το Άγιο, εκτός την γέννηση, που είναι αποκλειστικά δική του. Γεννήθηκε από τον Πατέρα πριν από όλους τους αιώνες, δηλαδή πριν από κάθε αρχή.

Κατά τον αιρετικό Άρειο μόνο ο Πατέρας είναι αγέννητος άναρχος (χωρίς αρχή) και αιώνιος. Στην αρχή υπήρχε μόνο ο Θεός, μετά θέλοντας να δημιουργήσει τα όντα, έπλασε κάποιον και τον ονόμασε Λόγον και Σοφίαν και Υιόν για να κάνει μετά μέσω αυτού εμάς. Δηλαδή ο Θεός δεν ήταν πάντα Πατέρας και έπλασε τον Υιό με το θέλημα και τη βούληση του, και γι αυτό είναι κτίσμα και ποίημα του. Άρα ο Υιός, κατά τον Άρειο, δεν είναι αληθινός κατά φύσιν Θεός, αλλά έγινε Θεός μόνο κατά „μετοχήν χάριτος“. Αυτό ήταν ένα από τα κύρια θέματα που αντιμετώπισε η α' Οικουμενική Σύνοδος.

Είναι Φως εκ φωτός. Όπως από μία δάδα (λαμπάδα) ανάβουμε πολλές άλλες, χωρίς να μειωθεί η φλόγα της πρώτης, έτσι και ο Λόγος (Ιησούς, Υιος), που προήλθε από την δύναμη του Πατρός, δεν αφαίρεσε καμία δύναμη από αυτόν που τον γέννησε. Είναι Θεός αληθινός που προέρχεται από τον αληθινό Θεό. Είναι δηλαδή πραγματικός Θεός που προέρχεται από τον πραγματικό Θεό, και έχει όλες τις ιδιότητες του Πατέρα. Η Γέννηση του Υιού δεν έχει χρονική αφετηρία και αρχή. Η λέξη γέννηση (γεννηθέντα) φανερώνει την θεοπρεπή προέλευση του Λόγου από τον Πατέρα, και δεν έχει καμία σχέση με την γέννηση που παρατηρείται σε εμάς. Ενώ η ποίηση είναι κάτι το διαφορετικό. Είναι δημιουργία με αρχή.

Ο Λόγος είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, έχει δηλαδή την ίδια ουσία με τον Πατέρα. „ος εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ“ Φιλιπ. 2,6

„Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος. Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν, παντα δι' αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν.“ Ιωανν. 1, 1-3


Τρίτο άρθρο

«Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα.»

Για μας τους ανθρώπους και για τη σωτηρία μας κατέβηκε από τους ουρανούς και πήρε τη δική μας σάρκα από το Άγιο Πνεύμα και την Παρθένο Μαρία, και έγινε άνθρωπος.

Στο δεύτερο άρθρο η Σύνοδος διετύπωσε την μεταφυσική πλευρά του Κυρίου, δηλ. την ιδιότητα του Υιού και Λόγου του Θεού. Στο τρίτο άρθρο διατυπώνει το έργο του Χριστού σαν ενσαρκωμένο Λόγο, που αποσκοπούσε στην σωτηρία των ανθρώπων. Εδώ βρίσκεται και η πρώτη μεγάλη Χριστολογική αλήθεια, ότι δηλαδή η σάρκωση του Λόγου έγινε για την σωτηρία του ανθρώπου από την αμαρτία και την λύτρωσή του από το προπατορικό αμάρτημα. Από τότε που ο Αδάμ έφυγε (διώχθηκε) από τον Παράδεισο, ο άνθρωπος έπεσε πολύ χαμηλά, και μη έχοντας την παρησία του Θεού, παραδόθηκε στον πνευματικό θάνατο. Έχασε την ελευθερία του και έγινε δούλος σκοτεινών δυνάμεων. Για τον λόγο αυτό κατέβηκε ο Χριστός, να δώσει πάλι πίσω στον άνθρωπο την ελευθερία του „τη ελευθερία ουν, ή Χριστός ημάς ηλευθέρωσε, στήκετε, και μή πάλιν ζυγώ δουλείας ενέχεσθε“ γράφει ο Απόστολος Παύλος στους Γαλάτας.

Ο Υιος και Λόγος του Θεού κατέβηκε από τον ουρανό στην γη και όπως τα κτιστά όντα αλλάζουν καταστάσεις, έτσι και στον Λόγο του Θεού άλλαξε κάτι με την ενανθρώπιση. Η Θεϊκή Του φύση ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση και έγινε ένα. Αυτό έγινε „με θεϊκή συγκατάβαση“, για να μπορέσει να θεωθεί ο άνθρωπος. Θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος: Δεν μπορούσε ο Θεός με την Παντοδυναμία Του να εξαλείψει την αμαρτία και να λυτρώσει τον άνθρωπο; Και βέβαια μπορούσε, όμως αυτό θα το θεωρούσαμε βίαιο, και θα γίνονταν ίσως χωρίς να το θέλει ο άνθρωπος.

Ο Θεός θέλησε να στείλει τον Υιό του στον κόσμο για να τον ελευθερώσει, και ελεύθερος εκείνος να αποφασίσει να σωθεί.

Την ενανθρώπιση του Χριστού, την σάρκωση του από το Άγιο Πνεύμα και την Παρθένο Μαρία το προείπαν οι προφήτες 1200 μέχρι 500 χρόνια πιο πριν (Ησαϊας, Μιχαίας, Ωσιέ και άλλοι). Σχετικά με αυτό συζητήσαμε και κατά τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Εκεί είπαμε και γιατί η Παναγία ονομάζεται Θεοτόκος και όχι μόνο Χριστοτόκος.

Ο Χριστός με την εναθρώπιση του παρέμεινε τέλειος Θεός και έγινε τέλειος άνθρωπος, έγινε ο Θεάνθρωπος. Το ότι ήταν τέλειος Θεός το διαβάζουμε στις μαρτυρίες της Αγίας Γραφής (Ιωαν. 8,58 / προς Εβρ, 1,3 / Ιωαν. 20,28 / προς Τίτον 2,13 / προς Ρωμ. 9,5 / προς Φιλιπ. 2,6-7).

Το ότι ήταν τέλειος άνθρωπος μας το έδειξε μόνος του. Πεινούσε (Ματθ. 4,2 / Ματθ. 21,18), διψούσε (Ιωαν. 4,8 / Ιωαν. 19,28 / Ματθ. 11,19), ένιωθε κούραση και είχε ανάγκη ύπνου ( Ιωαν. 4,16 / Ματθ. 8,25), καταβάλονταν από συγκίνηση και δάκρυζε (Ιωαν. 11,33 και 11,35) και σε άλλες περιπτώσεις.

Τέταρτο άρθρο

«Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου και παθόντα και ταφέντα.»

Σταυρώθηκε για μας όταν ήταν ηγεμόνας ο Πόντιος Πιλάτος, και έπαθε, και τάφηκε.

Στο άρθρο αυτό η Σύνοδος με λίγα λόγια διατύπωσε το Πάθος και την Ταφή του Κυρίου.

Ο Χριστός ήταν ο Προφήτης των προφητών, ο Διδάσκαλος των διδασκάλων, ο Μέγιστος Αρχιερέας, ήταν το Φως και η Ζωή του κόσμου. Ήταν εκείνος που σήκωσε επάνω του την αμαρτία όλου του κόσμου, αν και ο ίδιος ήταν (και είναι) αναμάρτητος και τιμωρήθηκε αντί αυτού (1 Πετρ. 2,24 / Ματθ. 20,28). Έπαθε και σταυρώθηκε επί Ποντίου Πιλάτου. Η Σύνοδος αναφέρει το όνομα του Ρωμαίου ήγεμόνα της Παλαιστίνης, για να μην αφήσει περιθώρια ιστορικής αμφισβήτησης του Πάθους, της Σταύρωσης και της Ταφής. Από τις γραφές έχουμε όλες τις μαρτυρίες για τα Πάθη του Κυρίου, για την δίκη Του στο Πραιτώριο, για την στάση Του απέναντι στους κατήγορους, αλλά και απέναντι στον Πόντιο Πιλάτο, που στο τέλος πριν Τον παραδώσει για τον σταυρικό θάνατο, ξεπλύνει τα χέρια του με νερό, νομίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό καθαρίζει την συνείδησή του. Και ο Κύριος αφού έζησε μέχρι εκείνη την στιγμή ταπεινά, σαν δούλος και όχι σαν άρχοντας, σαν διάκονος και όχι απολαμβάνοντας την διακονία των άλλων, πέρασε το μαρτύριο των Παθών και οδηγείται στην Σταύρωση, υποφέρει τον πόνο και δέχεται τον θάνατο, και το κάνει αυτό από την άπειρη αγάπη Του προς τον άνθρωπο. Με την Ταφή Του κατεβαίνει στον Άδη για να καταργήσει τον θάνατο και να λυτρώσει, όσους από τους νεκρούς ήθελαν να σωθούν.


Πέμπτο άρθρο

«Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα, κατά τας Γραφάς.»

Την τρίτη ημέρα μετά το θάνατό του αναστήθηκε από τους νεκρούς σύμφωνα με τις Γραφές.
Ο Κύριος αφού έμεινε στον άδη συμπληρώνοντας το λυτρωτικό Του έργο, το σώμα Του αναπαύεται στον τάφο μέχρι το Σάββατο (την έβδομη ημέρα) και την τρίτη ημέρα μετά την Ταφή, ενώθηκε η Ψυχή Του με το σώμα Του και αναστήθηκε, νικώντας τον Άδη και λυτρώνοντας τελειωτικά τον άνθρωπο. Έφερε τον άνθρωπο πάλι στην αγκαλιά του Θεού. Τις πληροφοριές αυτές τις έχουμε όχι μόνο από την Καινή αλλά και από την Παλαιά Διαθήκη. Προφητείες για τα Πάθη, την Σταύρωση, και την Ανάσταση υπήρχαν ήδη 1200 χρόνια πριν (πολλές από αυτές αναφέραμε στο θέμα της Μεγάλης Εβδομάδας). Αλλά και ο ίδιος ο Κύριος μας προείπε τα πάντα.

Το σώμα του Κυρίου μετά την Ανάσταση δεν γνωρίζει φυσικά όρια. Έτσι εισέρχεται στους χώρους που είναι οι μαθητές, αν και όλα είναι κλειστά. Για να δείξει μάλιστα ότι είναι ο Κυριος και όχι ένα φάντασμα, όπως στην αρχή νόμισαν οι μαθητες του, ζητάει να φάει.


Έκτο άρθρο

«Και ανελθόντα εις τους ουρανούς και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός.»

Και ανέβηκε στον ουρανό και κάθισε στα δεξιά του Πατέρα.

Ο Κύριος μετά την Ανάσταση του παρουσιάζονταν για σαράντα μέρες στους μαθητές Του, έτρωγε και συζητούσε μαζί τους. Έτσι τους βοηθούσε να συνειδητοποιήσουν το μεγάλο γεγονός της Αναστάσεως, και να τους ενθαρύνει και να τους δώσει εντολές για το έργο που θα άρχιζαν σε λίγο. Την τεσσαρακοστή ημέρα από την Ανάσταση Του τους συνάντησε στο όρος των Ελαιών, τους έδωσε τις τελευταίες οδηγίες και τους είπε να μείνουν όλοι μαζί μέχρι να έρθει το Πνεύμα το Άγιο να τους φωτίσει. Και την ώρα που τους ευλογούσε, άρχισε ο Κύριος να λάμπει και να ανεβαίνει προς τους ουρανούς ( Πραξ. 1.1-14) και προς τον Πατέρα Θεό, τελειώνοντας έτσι την επίγεια ζωή Του. Ανεβαίνοντας ήδη σταμάτησε η απόκρυψη της δόξης του, που γινόταν όσο ήταν άνθρωπος στην γη, φάνηκε η Λαμπρότητα και το Μεγαλείο του Λόγου Θεού. Στους ουρανούς πήρε πάλι την θέση του δεξιά του Πατέρα Του και Πατέρα μας, του Θεού Του και Θεού μας.


Έβδομο άρθρο

«Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος.»

Και θα έρθει πάλι με δόξα να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς, και δεν θα υπάρξει τέλος στη βασιλεία Του.

Το άρθρο αυτό αναφέρεται στα έσχατα. Εκφράζεται η πίστη της Εκκλησίας μας στην Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, στην τελική και δίκαια κρίση και στην αιώνια Βασιλεία.

Πιστεύουμε ότι θα ξανάρθει ο Χριστός, όχι όμως σαν άνθρωπος απλός και ταπεινός, αλλά με όλη του την δόξα και θα τον συνοδεύουν αναρίθμητα πλήθη αγγέλων και αρχαγγέλων (προς Θεσσ. 4,16). Κατά την Δευτέρα Παρουσία θα γίνει και η τελική Κρίση όλων των ανθρώπων, είτε αυτοί είναι ζωντανοί, είτε νεκροί. Οι νεκροί θα σηκωθούν από τα μνημεία τους και θα ξαναπάρουν το σώμα τους, που θα έχει την ίδια μορφή όπως και πριν, αλλά η φύση του θα είναι διαφορετική. Της ιδίας φύσεως σώμα θα πάρουν και οι ζωντανοί. Όλοι μαζί τότε θα σταθούν μπροστά στον Μεγάλο και Δίκαιο Κριτή να λογοδοτήσουν για τις πράξεις τους και την ζωή τους. Στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου 25,31-46 γίνεται πολύ παραστατικά και έντονα η εξιστόρηση του γεγονότος της Κρίσεως. „Όταν έρθει ο Υιος του ανθρώπου, ντυμένος στην ουράνια δόξα του....“

Βασικό κτιτήριο θα είναι η αγάπη προς τον πλησίον και οι αγαθοεργίες προς αυτόν (1 Ιωαν. 4,20).

Η δικαιοσύνη πάνω στην οποία βασίζεται το αίτημα της κρίσεως είναι ιδιότητα της φύσεωσ του Θεού. Ο Θεός ειναι δίκαιος (Αποκ. 16,5 ; 15.3 ; 16,7 / προς Τιμ. 4,8 / Ψαλμ. 10,8 κτλ) και θα κρίνει δίκαια. Τους καλούς ανθρώπους θα τους πάρει μαζί του ενώ τους κακούς θα τους διώξει. Για τον λόγο αυτό και επειδή δεν ξερουμε πότε θα έρθει η ημέρα της κρίσεως, πρέπει να φροντίζουμε να είμαστε πάντα έτοιμοι και κατάληλα προετοιμασμένοι φορώντας την στολή που την καθαρίσαμε και λαμπρύναμε με τις αρετές μας και να ακολουθήσουμε το παράδειγμα των φρονίμων και όχι των μωρών παρθένων (ιδού ο Νυμφίος έρχεται ... )

(επιμέλεια Πασχάλης Τσακίρης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...