





"Το Σύμβολο της Πίστεως".
Στην συνάντησή μας αυτή συζητήσαμε πάνω στα πρώτα 7 άρθρα του Συμβόλου ενώ τα υπόλοιπα θα συζητηθούν στην επόμενη συνάντηση το Σάββατο 5 Ιουλίου 16:00 - 18:00.
Το Σύμβολο της Πίστεως (μέρος πρώτο)
Το Σύμβολο της Πίστεως έχει από τότε 12 άρθρα (7+5). Στα πρώτα 9 άρθρα κύριο ρήμα είναι το „πιστεύω“ στο 10 το ρήμα „ομολογώ“ στα άρθρα 11 και 12 το ρήμα „προσδοκώ“.
Το πρώτο άρθρο αναφέρεται στον Πατέρα, τα άρθρα 2 μέχρι 7 στον Υιό, το 8ο στο Άγιο Πνεύμα, το 9ο στην Εκκληασία, το 10ο στο Βάπτισμα, το 11ο στην Ανάσταση νεκρών και το 12ο στην Δευτέρα Παρουσία.
Πρώτο άρθρο
«Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων.»
Πιστεύω σε ένα Θεό που είναι Πατέρας και Παντοκράτορας, που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη, όλα όσα βλέπουμε κι όσα είναι αόρατα σε μας.
Το Σύμβολο περιέχει Αλήθειες που δεν είναι εμπειρικές, που ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί ούτε με το μυαλό του, αλλά ούτε με την έρευνά να βρει και να καταλάβει. Δεν είναι αλήθειες επιστημονικές, αλλά αλήθειες μυστηριακές και υπεραισθητές. Προέρχονται από τον Θεό και αποτελούν φανέρωση, αποκάλυψη του Θεού. Τις αλήθειες αυτές τις αποδέχεται φυσικά μόνον εκείνος, που πιστεύει, και μάλιστα στο μέτρο που φωτίζεται από την Χάρη του Θεού.
Ο πιστός πιστεύει στον Θεό, δεν τον γνωρίζει. Πιστεύει στις θείες αλήθειες, δεν τις κατανοεί. Ο απόστολος Παυλος στην επιστολή του προς Εβραίους (11,3) λέει: „Πίστει νοούμεν κατηρτίσθαι τούς αιώνας ρήματι Θεού, εις το μη εκ φαινομένων τα βλεπόμενα γεγονέναι.“ και στην προς Ρωμαίους (10,8) γράφει: „ ... εγγύς σου το ρήμα...“
δηλαδή: „από αυτήν την πίστη πληροφορούμεθα και ενοούμε καλά, ότι ο ορατός κόσμος, που έλαβε ύπαρξη κατά την διάρκεια των χρόνων, έγινε με τον παντοδύναμο Λόγο Του Θεού“
„ Κοντά σου είναι ο Λόγος εις το στόμα και την καρδίαν.. ( Το Ευαγγέλιον της Πίστεως).“
Πιστεύουμε σε ένα Θεό, γιατί η Χριστιανική θρησκεία είναι η μονοθεϊστική και αυτό μας το δήλωσε ο ίδιος ο Θεός στο όρος Σινά στην πρώτη εντολή „εγώ ειμί Κύριος ο Θεός...“ (έξοδος 20,2-3).
Είναι πανταχού η παρουσία του, όπως μας λέει και ο 138ος (8-10) ψαλμός, και η προσευχή „Βασιλεύ Ουράνιε“.
Ο Θεός είναι αιώνιος και αναλλοίωτος, δεν έχει χρονικά όρια. Δεν έχει παρελθόν, παρόν και μέλλον. Στην Αποκάλυψη διαβάζουμε (1,4): „ ... ο Ων και ο Ήν και ο ερχόμενος...“.
Είναι παντοδύναμος. Στην αγία Γραφη έχουμε αρκετές μαρτυρίες:
Λουκά 1,37: „ ότι ουκ αδυνατήσει παρά τω Θεώ παν ρήμα“ Διότι δεν είναι αδύνατο εις τον Θεόν κάθε θαυμαστόν και υπερφυσικόν“.
Γεν. 17,14: „μη αδυνατεί παρά Θεώ ρήμα;“
ψαλμ. 134,6: „πάντα όσα ηθέλησεν ο Κύριος, εποίησεν εν τω ουρανώ και εν τη γη“
Δευτ. 10,17: „ ... ο Θεός ο μέγας και ισχυρός και ο φοβερός...“
προς Εφεσ. 3,20: „ τω δε δυναμένω υπέρ πάντα ποιήσαι υπερεκπερισμού ων αιτούμεθα ή νοούμεν“.
Εις δε τον Θεόν, που είναι παντοδύναμος μπορεί με το παραπάνω να κάνει, αυτά που εμείς ζητάμε, ή βάζουμε με το νού μας...
Ο Θεός είναι Πατέρας Παντοκράτορας. Είναι προσωπικός μας Θεός, Πλάστης και Πατέρας. Ο Ιωάννης στην πρώτη του επιστολή 4,19 γράφει: „ Ημείς αγαπώμεν αυτόν, ότι πρώτος ηγάπησεν ημάς“
Προσευχόμαστε σε έναν Θεό, που μας ακούει, μας αγαπά, είναι έτοιμος να ικανοποιήσει τις καλές επιθυμίες μας και να ανταποκριθεί στις ανάγκες μας.
Ποιητήν ουρανού και γης: Η Δημιουργία του κόσμου δεν ήταν μετάπλαση της ύλης από την μία μορφή στην άλλη, αλλά είναι πλάση, δηλ. έγινε από το τίποτε (από των μη υπαρχόντων)
Β. Μακκ. 7,28: „ Αξιώ σε, τέκνον, αναβλέψαντα εις τον ουρανόν και την γην, και τα εν αυτοίς πάντα ιδόντα, γνώναι, ότι εξ ουκ όντων εποίησεν αυτά ο Θεός“
Ορατά και αόρατα
Αόρατος είναι ο πνευματικός κόσμος, που αποτελούν τα ασώματα τάγματα των αγγέλων που δημιουργήθηκαν πριν από τον υλικό κόσμο. Ορατός είναι ο υλικός κόσμος. Όλα τα αντικείμενα, τα σώματα, ο ζωϊκός και ο φυτικός κόσμος, η γη, τα άστρα και εν γένει όλα που έχουν μία αρχή και ένα τέλος, δηλαδή τα φυσικά κτίσματα του Θεού. Στα ορατά ανήκει εν μέρει και ο άνθρωπος. Εν μέρει γιατί έχει υλικό μεν σώμα αλλά άϋλη ψυχή.
Άρθρο δεύτερο:
„(Πιστεύω) Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν τον Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο.“
(Πιστεύω) Και σε ένα Κύριο τον Ιησού Χριστό, τον μονάκριβο Υιό του Θεού, που γεννήθηκε από τον Πατέρα πριν από όλους τους αιώνες. Είναι φως που προήλθε από φως, είναι Θεός αληθινός από Θεό Αληθινό, που γεννήθηκε και δεν δημιουργήθηκε, είναι από την ίδια ουσία με τον Πατέρα, και μέσω αυτού έγιναν τα πάντα.
Πιστεύω κατά τον ίδιο τρόπο, με την ίδια δύναμη, με τους ίδιους όρους όπως στον Πατέρα έτσι και στον ένα Ιησού Χριστό.
Α΄ Κορινθίους 8,6: „... και εις Κύριος Ιησούς Χριστός...“
α΄ Τιμόθεον 2,5: „ εις γαρ Θεός, εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Χριστός Ιησούς“
Μία και ολοκληρωτική αλλά και μοναδική είναι η σωτήρια θυσία Του.
Όπως ο Πατέρας είναι Κύριος και Παντοκράτωρ, έτσι και ο Υιός είναι Κύριος και Παντοκράτωρ. Είναι Κύριος του Ουρανού και της γης „πάντα δι΄αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο εγέγονεν“ Ιωαν. 1,3
Είναι Κύριος των πνευμάτων αλλά και των ανθρώπων. Είναι Κύριος της ζωής αλλά και του θανάτου.
Το Όνομα του είναι Ιησούς δηλαδή σωτήρας, γιατί είναι Λυτρωτής και Σωτήρας της ανθρωπότητας. Χριστός ονομάζεται, γιατί είχε χρισθεί. Οι αρχιερείς χρίονταν με λάδι για να μπουν επίσημα στην διακονία του Θεού. Τέτοια χρίση πήρε και ο Κύριος, όχι όμως από αγιασμένο λάδι, αλλά από την δύναμη του Παναγίου Πνεύματος „Πνεύμα Κυρίου επ΄εμέ, ου είνικεν έχρισέν με, ...“ Λουκά 4,18
Ο Ιησούς Χριστός είναι ο ένας και μόνος Υιός του Πατρός „ως και εν τω ψαλμώ τω δευτέρω γέγραπται: Υιός μου ει συ, εγω γεγέννηκά σε“ Πράξεις 13,33. „τινί είπε ποτέ των αγγέλων: υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε; και πάλιν: εγώ έσομαι αυτώ εις πατέρα και αυτός έσται μοι εις υιόν“ προς Εβραίους 1,5.
Όλα τα έχει κοινά ο Κύριος με τον Πατέρα και το Πνεύμα το Άγιο, εκτός την γέννηση, που είναι αποκλειστικά δική του. Γεννήθηκε από τον Πατέρα πριν από όλους τους αιώνες, δηλαδή πριν από κάθε αρχή.
Κατά τον αιρετικό Άρειο μόνο ο Πατέρας είναι αγέννητος άναρχος (χωρίς αρχή) και αιώνιος. Στην αρχή υπήρχε μόνο ο Θεός, μετά θέλοντας να δημιουργήσει τα όντα, έπλασε κάποιον και τον ονόμασε Λόγον και Σοφίαν και Υιόν για να κάνει μετά μέσω αυτού εμάς. Δηλαδή ο Θεός δεν ήταν πάντα Πατέρας και έπλασε τον Υιό με το θέλημα και τη βούληση του, και γι αυτό είναι κτίσμα και ποίημα του. Άρα ο Υιός, κατά τον Άρειο, δεν είναι αληθινός κατά φύσιν Θεός, αλλά έγινε Θεός μόνο κατά „μετοχήν χάριτος“. Αυτό ήταν ένα από τα κύρια θέματα που αντιμετώπισε η α' Οικουμενική Σύνοδος.
Είναι Φως εκ φωτός. Όπως από μία δάδα (λαμπάδα) ανάβουμε πολλές άλλες, χωρίς να μειωθεί η φλόγα της πρώτης, έτσι και ο Λόγος (Ιησούς, Υιος), που προήλθε από την δύναμη του Πατρός, δεν αφαίρεσε καμία δύναμη από αυτόν που τον γέννησε. Είναι Θεός αληθινός που προέρχεται από τον αληθινό Θεό. Είναι δηλαδή πραγματικός Θεός που προέρχεται από τον πραγματικό Θεό, και έχει όλες τις ιδιότητες του Πατέρα. Η Γέννηση του Υιού δεν έχει χρονική αφετηρία και αρχή. Η λέξη γέννηση (γεννηθέντα) φανερώνει την θεοπρεπή προέλευση του Λόγου από τον Πατέρα, και δεν έχει καμία σχέση με την γέννηση που παρατηρείται σε εμάς. Ενώ η ποίηση είναι κάτι το διαφορετικό. Είναι δημιουργία με αρχή.
Ο Λόγος είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, έχει δηλαδή την ίδια ουσία με τον Πατέρα. „ος εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ“ Φιλιπ. 2,6
„Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος. Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν, παντα δι' αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν.“ Ιωανν. 1, 1-3
Τρίτο άρθρο
«Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα.»
Για μας τους ανθρώπους και για τη σωτηρία μας κατέβηκε από τους ουρανούς και πήρε τη δική μας σάρκα από το Άγιο Πνεύμα και την Παρθένο Μαρία, και έγινε άνθρωπος.
Ο Υιος και Λόγος του Θεού κατέβηκε από τον ουρανό στην γη και όπως τα κτιστά όντα αλλάζουν καταστάσεις, έτσι και στον Λόγο του Θεού άλλαξε κάτι με την ενανθρώπιση. Η Θεϊκή Του φύση ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση και έγινε ένα. Αυτό έγινε „με θεϊκή συγκατάβαση“, για να μπορέσει να θεωθεί ο άνθρωπος. Θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος: Δεν μπορούσε ο Θεός με την Παντοδυναμία Του να εξαλείψει την αμαρτία και να λυτρώσει τον άνθρωπο; Και βέβαια μπορούσε, όμως αυτό θα το θεωρούσαμε βίαιο, και θα γίνονταν ίσως χωρίς να το θέλει ο άνθρωπος.
Ο Θεός θέλησε να στείλει τον Υιό του στον κόσμο για να τον ελευθερώσει, και ελεύθερος εκείνος να αποφασίσει να σωθεί.
Την ενανθρώπιση του Χριστού, την σάρκωση του από το Άγιο Πνεύμα και την Παρθένο Μαρία το προείπαν οι προφήτες 1200 μέχρι 500 χρόνια πιο πριν (Ησαϊας, Μιχαίας, Ωσιέ και άλλοι). Σχετικά με αυτό συζητήσαμε και κατά τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Εκεί είπαμε και γιατί η Παναγία ονομάζεται Θεοτόκος και όχι μόνο Χριστοτόκος.
Ο Χριστός με την εναθρώπιση του παρέμεινε τέλειος Θεός και έγινε τέλειος άνθρωπος, έγινε ο Θεάνθρωπος. Το ότι ήταν τέλειος Θεός το διαβάζουμε στις μαρτυρίες της Αγίας Γραφής (Ιωαν. 8,58 / προς Εβρ, 1,3 / Ιωαν. 20,28 / προς Τίτον 2,13 / προς Ρωμ. 9,5 / προς Φιλιπ. 2,6-7).
Το ότι ήταν τέλειος άνθρωπος μας το έδειξε μόνος του. Πεινούσε (Ματθ. 4,2 / Ματθ. 21,18), διψούσε (Ιωαν. 4,8 / Ιωαν. 19,28 / Ματθ. 11,19), ένιωθε κούραση και είχε ανάγκη ύπνου ( Ιωαν. 4,16 / Ματθ. 8,25), καταβάλονταν από συγκίνηση και δάκρυζε (Ιωαν. 11,33 και 11,35) και σε άλλες περιπτώσεις.
«Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου και παθόντα και ταφέντα.»
Σταυρώθηκε για μας όταν ήταν ηγεμόνας ο Πόντιος Πιλάτος, και έπαθε, και τάφηκε.
Στο άρθρο αυτό η Σύνοδος με λίγα λόγια διατύπωσε το Πάθος και την Ταφή του Κυρίου.
Ο Χριστός ήταν ο Προφήτης των προφητών, ο Διδάσκαλος των διδασκάλων, ο Μέγιστος Αρχιερέας, ήταν το Φως και η Ζωή του κόσμου. Ήταν εκείνος που σήκωσε επάνω του την αμαρτία όλου του κόσμου, αν και ο ίδιος ήταν (και είναι) αναμάρτητος και τιμωρήθηκε αντί αυτού (1 Πετρ. 2,24 / Ματθ. 20,28). Έπαθε και σταυρώθηκε επί Ποντίου Πιλάτου. Η Σύνοδος αναφέρει το όνομα του Ρωμαίου ήγεμόνα της Παλαιστίνης, για να μην αφήσει περιθώρια ιστορικής αμφισβήτησης του Πάθους, της Σταύρωσης και της Ταφής. Από τις γραφές έχουμε όλες τις μαρτυρίες για τα Πάθη του Κυρίου, για την δίκη Του στο Πραιτώριο, για την στάση Του απέναντι στους κατήγορους, αλλά και απέναντι στον Πόντιο Πιλάτο, που στο τέλος πριν Τον παραδώσει για τον σταυρικό θάνατο, ξεπλύνει τα χέρια του με νερό, νομίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό καθαρίζει την συνείδησή του. Και ο Κύριος αφού έζησε μέχρι εκείνη την στιγμή ταπεινά, σαν δούλος και όχι σαν άρχοντας, σαν διάκονος και όχι απολαμβάνοντας την διακονία των άλλων, πέρασε το μαρτύριο των Παθών και οδηγείται στην Σταύρωση, υποφέρει τον πόνο και δέχεται τον θάνατο, και το κάνει αυτό από την άπειρη αγάπη Του προς τον άνθρωπο. Με την Ταφή Του κατεβαίνει στον Άδη για να καταργήσει τον θάνατο και να λυτρώσει, όσους από τους νεκρούς ήθελαν να σωθούν.
«Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα, κατά τας Γραφάς.»
Το σώμα του Κυρίου μετά την Ανάσταση δεν γνωρίζει φυσικά όρια. Έτσι εισέρχεται στους χώρους που είναι οι μαθητές, αν και όλα είναι κλειστά. Για να δείξει μάλιστα ότι είναι ο Κυριος και όχι ένα φάντασμα, όπως στην αρχή νόμισαν οι μαθητες του, ζητάει να φάει.
Έκτο άρθρο
«Και ανελθόντα εις τους ουρανούς και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός.»
Και ανέβηκε στον ουρανό και κάθισε στα δεξιά του Πατέρα.
Έβδομο άρθρο
«Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος.»
Και θα έρθει πάλι με δόξα να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς, και δεν θα υπάρξει τέλος στη βασιλεία Του.
Πιστεύουμε ότι θα ξανάρθει ο Χριστός, όχι όμως σαν άνθρωπος απλός και ταπεινός, αλλά με όλη του την δόξα και θα τον συνοδεύουν αναρίθμητα πλήθη αγγέλων και αρχαγγέλων (προς Θεσσ. 4,16). Κατά την Δευτέρα Παρουσία θα γίνει και η τελική Κρίση όλων των ανθρώπων, είτε αυτοί είναι ζωντανοί, είτε νεκροί. Οι νεκροί θα σηκωθούν από τα μνημεία τους και θα ξαναπάρουν το σώμα τους, που θα έχει την ίδια μορφή όπως και πριν, αλλά η φύση του θα είναι διαφορετική. Της ιδίας φύσεως σώμα θα πάρουν και οι ζωντανοί. Όλοι μαζί τότε θα σταθούν μπροστά στον Μεγάλο και Δίκαιο Κριτή να λογοδοτήσουν για τις πράξεις τους και την ζωή τους. Στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου 25,31-46 γίνεται πολύ παραστατικά και έντονα η εξιστόρηση του γεγονότος της Κρίσεως. „Όταν έρθει ο Υιος του ανθρώπου, ντυμένος στην ουράνια δόξα του....“
Βασικό κτιτήριο θα είναι η αγάπη προς τον πλησίον και οι αγαθοεργίες προς αυτόν (1 Ιωαν. 4,20).
Η δικαιοσύνη πάνω στην οποία βασίζεται το αίτημα της κρίσεως είναι ιδιότητα της φύσεωσ του Θεού. Ο Θεός ειναι δίκαιος (Αποκ. 16,5 ; 15.3 ; 16,7 / προς Τιμ. 4,8 / Ψαλμ. 10,8 κτλ) και θα κρίνει δίκαια. Τους καλούς ανθρώπους θα τους πάρει μαζί του ενώ τους κακούς θα τους διώξει. Για τον λόγο αυτό και επειδή δεν ξερουμε πότε θα έρθει η ημέρα της κρίσεως, πρέπει να φροντίζουμε να είμαστε πάντα έτοιμοι και κατάληλα προετοιμασμένοι φορώντας την στολή που την καθαρίσαμε και λαμπρύναμε με τις αρετές μας και να ακολουθήσουμε το παράδειγμα των φρονίμων και όχι των μωρών παρθένων (ιδού ο Νυμφίος έρχεται ... )
(επιμέλεια Πασχάλης Τσακίρης)




















Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς σε μικρογραφία
"Ο κανόνας και τα βιβλία της Αγίας Γραφής".
Η επόμενη συνάντηση θα γίνει το Σάββατο 7 Ιουνίου 16:00 - 18:00.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι μία περίληψη των όσων συζητήθηκαν στην συνάντηση.
Ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης
Τι είναι κανόνας;
Στην εκκλησιαστική ορολογία σημαίνει το σωστό, το γνήσιο μέτρο και το όργανο που χαράζει την ευθεία της αλήθειας.
Τι είναι διαθήκη;
Τι παλαιά και τι Καινή Διαθήκη;
Διαθήκη ονομάζουμε σήμερα την τελευταία θέληση κάποιου, για τo τι θα απογίνει η περιουσία του και ποιος θα την κληρονομήσει.
Στην εκκλησιαστική ορολογία διαθήκη είναι η επανειλημμένη προσπάθεια του Θεού μέσα από θαυμαστές επεμβάσεις Του να σώσει εμάς τα πλάσματα Του από την δουλεία και την αυτοκαταστροφή, που μας οδηγούσαν και μας οδηγούν η εγωκεντρικότητα, η αμαρτία και ο διάβολος. Δηλαδη δεν είναι απλά μόνο μια συμφωνία, ένα συμβόλαιο μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου.
Με βάση τους Πατέρες της Εκκλησίας έχουμε τρεις διαθήκες που έδωσε ο Θεος στον άνθρωπο πριν την γέννηση του Χριστού, την διαθήκη προς τον Νώε, την διαθήκη προς τον Αβραάμ και την διαθήκη προς τον Μωυσή.
Τις τρεις αυτές διαθήκες τις ονομάζουμε „Παλαιά Διαθήκη“
Την ενανθρώπιση του Υιού Του Θεού, του Χριστού, την ζωή Του, το Έργο Του, τα Πάθη Του, τον Σταυρικό Θάνατό Του και την Ανάστασή Του έχει σαν αφετηρία η Καινή (καινούργια) Διαθήκη, η οποία σφραγίστηκε στον Μυστικό δείπνο και επικυρώθηκε με το αίμα του Υιού του Θεού, του Χριστού μας.
Τον ορισμό „Καινή Διαθήκη“ μας τον έδωσε ο ίδιος ο Κύριος. Έτσι στο Μυστικό Δείπνο λέει προς τους μαθητές Του „ Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο εστί το Αίμα μου, το της Καινής Διαθήκης, το υπέρ υμών και πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών“ Ματθαίον 26,28, Μάρκον 14,24, Λουκά 22,20. Το ίδιο το βρίσκουμε και στην α΄επιστολή Παυλου προς Κορινθίους 11,25.
Αλλά και ο προφήτης Ιερεμίας (650-586 π.Χ.) γράφει (38, 31-4):
„31. Δείτε, έρχονται ημέρες, λέει ο Κύριος, και θα κάνω με τον οίκο Ισραήλ, και τον οίκο Ιούδα, μια νέα διαθήκη· 32 όχι σύμφωνα με τη διαθήκη, που έκανα στους πατέρες τους, κατά την ημέρα που τους έπιασα από το χέρι για να τους βγάλω από την Αίγυπτο· επειδή, αυτοί παρέβηκαν τη διαθήκη μου, και εγώ τους αποστράφηκα, λέει ο Κύριος· 33 αλλ' αυτή θα είναι η διαθήκη, που θα κάνω με τον οίκο Ισραήλ: Ύστερα από τις ημέρες εκείνες, λέει ο Κύριος, θα βάλω τον νόμο μου στα ενδόμυχά τους, και θα τον γράψω στις καρδιές τους· και θα είμαι Θεός τους, κι αυτοί θα είναι λαός μου. 34 Και δεν θα διδάσκουν πλέον κάθε ένας τον κοντινό του, και κάθε ένας τον αδελφό του, λέγοντας: Γνωρίστε τον Κύριο· επειδή, όλοι αυτοί θα με γνωρίζουν, από τον πιο μικρό ανάμεσά τους μέχρι τον πιο μεγάλο· επειδή, θα συγχωρήσω την ανομία τους, και δεν θα θυμάμαι πλέον την αμαρτία τους.“
Η αρχή της Καινής Διαθήκης συμπίπτει με την ίδρυση της Εκκλησίας του Χριστού την ημέρα της Πεντηκοστής.
Η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη αποτελούν την Αγία Γραφή, το σύνολο δηλαδή των βιβλίων που περιέχουν την αλήθεια και την ιστορία της Εκκλησίας μας.
Πως όμως και πότε γράφηκαν τα βιβλία αυτά;
Εδώ θα ασχοληθούμε με την Καινή Διαθήκη. Στην αρχή μεταδίδοταν ο λόγος του Κυρίου προφορικά, πρώτα από τους μαθητές και τους Αποστόλους και αργότερα από τους διακόνους , τους πρεσβυτέρους και τους πιστούς.
Όταν το πλήθος των πιστών μεγάλωσε και οι Απόστολοι δεν μπορούσαν να είναι παντού, τότε άρχισαν να γράφονται τα γεγονότα της ζωής του Χριστού, του Έργου Του, της Διδασκαλίας Του, των Παθών Του, της Σταύρωσής Του, της Αναστάσεως, της Εμφάνισής Του μετά την Ανάσταση στους μαθητές Του και της Αναλήψεώς Του. Τα βιβλία δηλαδή που αποτελούν την Καινή Διαθήκη είναι το γραπτό μέρος της προφορικά μεταδιδόμενης χριστιανικής αλήθειας, και οφείλουν την συγγραφή τους στην γεωγραφική και χρονική απομάκρυνση της Εκκλησίας από τις τότε μητροπόλεις του Χριστιανισμού (Ιεροσόλυμα, Αντιόχεια, Έφεσος) στην εποχή των Αποστόλων.
Τα βιβλία αυτά γράφηκαν από το 50 μ.Χ. μέχρι το 100 μ.Χ. και σήμερα 27 βιβλία αποτελούν την Καινή Διαθήκη.
Ποια είναι αυτά τα βιβλία;
Τέσσερα από αυτά τα ονομάζουμε Ευαγγέλια, γιατί το καθένα τους διηγείται το Ευαγγέλιο (ευ και αγγελία= η καλή αγγελία, το καλό μήνυμα, το καλό νέο), πώς ο Θεός αποκάλυψε τον εαυτό Του εν Χριστώ Ιησού, για την απόλυτρωση του ανθρώπινου γένους. Είναι το κατά Ματθαίον, Μάρκον, Λουκά και Ιωάννη.
Τα τρία πρώτα ονομάζονται και Συνοπτικά γιατί παρουσιάζουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (φαίνεται να έχουν κάποια κοινή πηγή) που τα συνδέουν. Το πέμπτο βιβλίο είναι „οι πράξεις των Αποστόλων“ που το έγραψε ο γιατρός, σύντροφος και μαθητής του Αποστόλου Παύλου, ο Λουκάς και θεωρείται συνέχεια του τρίτου Ευαγγελίου. Έχουμε 21 επιστολές και την Αποκάλυψη του Ιωάννη.
Από τις 21 επιστολές 13 είναι γραμμένες από τον Απόστολο Παύλο ( 9 απευθύνονται σε εκκλησίες και 4 σε μεμονωμένα πρόσωπα) 1 ανώνυμη προς Εβραίους που αποδίδεται στον Παύλο, 1 του Ιακώβου, 1 του Ιούδα, 2 του Πέτρου και 3 ανώνυμες που αποδίδονται στον Ιωάννη γιατί έχουν ομοιότητες με το τέταρτο Ευαγγέλιο.
Το Εαυγγέλιο του Μάρκου γράφτηκε γύρω στο 64 μ.Χ., του Λουκά γύρω στο 70 μ.Χ., του Ματθαίου γύρω στο 80 μ.Χ. και του Ιωάννη γύρω στο 90 με 100 μ.Χ. Οι Πράξεις των Αποστόλων γράφηκαν μετά το 62 μ.Χ. και κατά πάσαν πιθανότητα μετά το Ευαγγέλιο του Λουκά.
Δέκα από τις Επιστολές, που φέρουν το όνομα του Παύλου ανήκουν στην περίοδο πριν την φυλάκισή του στη Ρώμη. Αυτές οι δέκα, σύμφωνα με τη σειρά συγγραφής τους, μπορούν να χρονολογηθούν ως εξής:
Η προς Γαλάτες το 48, 1η και 2η προς Θεσσαλονικείς το 50, 1η και 2η προς Κορινθίους το 54 - 56, η Ρωμαίους το 57, Φιλιππησίους, Κολοσσαείς, Φιλήμονα και Εφεσίους το 60 περίπου.
Οι Ποιμαντορικές Επιστολές του (προς Τιμόθεο 1 και 2, προς Τίτο) μπορούν να χρονολογηθούν γύρω στο 63 – 65 μ. Χ.
Ήδη από τους Αποστολικούς Πατέρες (είναι αυτοί που έζησαν προς το τέλος της ζωής των Αποστόλων ή αμέσως μετά δηλαδή 90 έως 160 μ.Χ.), έχουμε μαρτυρίες ότι γνώριζαν τα περισσότερα από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Στην “επιστολή Βαρνάβα”, στην “διδαχή των δώδεκα Αποστόλων” και στην “Επιστολη προς Κορινθίους” του Κλήμη Ρώμης γύρω στο 96 μ.Χ. βρίσκουμε πολλες περικοπές από τα Συνοπτικά Ευαγγέλια, τις Πράξεις, την προς Ρωμαίους, 1η Κορινθίους, Εφεσίους, Τίτον, Εβραίους, 1η Πέτρου και από άλλα βιβλία της. Το ίδιο συναντάμε και στις Επιστολές του Ιγνατίου, επισκόπου Αντιοχείας γύρω στο 115 μ.Χ. και σε μια επιστολή του Πολύκαρπου προς Φιλιππησίους. Πολλοί από τους Πατέρες του δεύτερου αιώνα αναφέρουν βιβλία της Καινής Διαθήκης. Ο αιρετικός Μαρκίωνας ήταν ο πρώτος, που έκανε ένα κατάλογο με βιβλία της Καινής Διαθήκης το 140 μ.Χ. στην Ρώμη. Ο κατάλογος αυτός περιείχε μία περικομμένη έκδοση του 3ου Ευαγγελίου που γράφηκε από τον Εθνικό Λουκά και δέκα από τις επιστολές του Παύλου. Ο Ειρηναίος, επίσκοπος των Λουγδούνων (Λυών) αναφέρει στα τέλη του 2ου αιώνα 22 από τα βιβλία. Ο Ωριγένης (185-254 μ.Χ.) αναφέρει τα 4 Ευαγγέλια, τις Πράξεις τις 13 Επιστολές του Παύλου, 1 του Πέτρου, 1 του Ιωάννη και την Αποκάλυψη σαν έργα που αναγνωρίζονταν από όλους. Αναφέρει επίσης ότι υπήρχαν διαφωνίες από μερικούς για την Επιστολή προς Εβραίους, την 2η του Πέτρου, 2η και 3η του Ιωάννη, του Ιακώβου και του Ιούδα, καθώς επίσης και για την “επιστολή του Βαρνάβα”, “τον Ποιμένα του Ερμά”, “την Διδαχή” και το “Ευαγγέλιο κατά Εβραίους”. Ο Ευσέβιος ο Καισαρείας παρουσιάζει σαν γενικά αποδεκτά όλα τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, εκτός από τις επιστολές του Ιακώβου, Ιούδα, 2η και 3η Ιωάννη για τα οποία υπήρχαν αντιρρήσεις.
Ο μέγας Αθανάσιος το 367 στην 39η Εορταστική Επιστολή χρησιμοποιεί τον όρο “Κανών” και ανάφερει τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης σαν κανονικά.
“Τοσαύτα και τα της Καινής Διαθήκης βιβλία τα γε κανονιζόμενα, και της πίστεως ημών οιονεί ακροθίνια ή άγκυραι και ερείσματα” και πιο κάτω γράφει “βιβλία τούτων δε έξωθεν, ου κανονιζόμενα”.
Η σύνοδος της Ιππώνος το 393 και της Καρχηδόνας το 397 εξέδωσαν τον ίδιο κατάλογο κανονικών βιβλίων. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία επικυρώθηκε η 39η Επιστολή, που είναι ο κανόνας της Εκκλησίας μας από την Σύνοδο της Καρθαγένης το 419 μ.Χ.
Κατ΄αρχήν ο ίδιος ο Χριστός είχε υποσχεθεί στους μαθητές Του, ότι θα στείλει το Άγιον Πνεύμα να τους καθοδηγεί. Η γραφή των βιβλίων είναι τόσο κοντά στα γεγονότα ώστε να μη μπορεί να γίνει νοθεία. Το ότι τα Ευαγγέλια είναι τέσσερα και γράφτηκαν σε διαφορετικούς τόπους, χωρίς να κάνουν σύσκεψη μεταξύ τους οι Ευαγγελιστές και να γράφουν τα ίδια γεγονότα είναι μία απόδειξη ότι αυτά ειναι θεόπνευστα. Το αν έχουν ορισμένες διαφορές, δεν πειράζει, γιατί ο καθένας εκθέτει τα γεγονότα από την δική του σκοπιά. Τα βιβλία αυτά έχουν αντιγραφτεί από την αρχή, και αν και δεν σώζονται τα γνήσια υπάρχουν χιλιάδες αντίγραφα που έχουν σωθεί.
Γιατί απλούστατα δεν ήταν ούτε Θεία ούτε Θεόπνευστα. Ορισμένα από αυτά ήταν παραπλανητικά, και άλλα τόσο μικρά, ώστε δεν πρόσθεταν τίποτε καινούργιο στην Ιστορία της Εκκλησίας μας. Κάποιων όμως τα κείμενα (όπως το Πρωτοεαυγγέλιο του Ιακώβου) χρησιμοποιήθηκαν για να συντεθούν ύμνοι ή ενέπνευσαν αγιογράφους. Έτσι δεν μπορούμε να μιλάμε για απαγορευμένα βιβλία. Τα λεγόμενα απόκρυφα βιβλία επομένως, εφόσον προσθέτουν κάτι στην διαλεύκανση της ζωης του Κυρίου μας, αξιοποιήθηκαν. Δεν αξιοποιήθηκαν εκείνα, που είναι κατασκευάσματα της φαντασίας ορισμένων ή αιρετικών, που μ΄αυτόν τον τρόπο προσπαθούσαν να εξαπλώσουν την αίρεσή τους. Οι Πατέρες της Εκκλησίας αφού εξέτασαν πολύ καλά τα βιβλία αποφάθηκαν ποια είναι τα γνήσια και ποια όχι.
Παράγοντες που καθόρισαν την αποδοχή των βιβλίων στον κανόνα της Καινής Διαθήκης ήταν:
α) Η αποστολική τους προέλευση
β) Η σημαντικότητα των κοινοτήτων στις οποίες απευθύνονταν
γ) Η συμφωνία του περιεχομένου με τις αρχές της πίστης
Τα βιβλία της Καινής Διαθήκης είναι:
Ιστορικά βιβλία (5) :
τα 4 Eυαγγέλια (τα κατά Ματθαίον Μάρκον, Λουκά, και Ιωάννη) και οι Πράξεις των Αποστόλων.
Επιστολές (21) :
Αποστόλου Παύλου:
Ρωμαίους, 1η Κορινθίους, 2η Κορινθίους, Γαλάτας, Εφεσίους, Φιλιππησίους, Κολασσαείς, 1η Θεσσαλονικείς, 2η Θεσσαλονικείς, 1η Τιμόθεον, 2γ Τιμόθεον, Τίτον, Φιλήμονα, Εβραίους.
Καθολικές Επιστολές:
Ιακώβου, 1η Πέτρου, 2η Πέτρου, 1η Ιωάννου, 2η Ιωάννου, Ιούδα.
Προφητικό βιβλίο
η Αποκάλυψη του Ιωάννου.